Posted on 10 Απριλίου, 2026 in Νέα Παραρτημάτων

ΑΓΡΙΝΙΟ: Κατάθεση στεφάνων και λουλουδιών στη μνήμη των 120 εκτελεσμένων κομμουνιστών από τους Γερμανούς – ναζί κατακτητές και τους συνεργάτες τους 

 

Με κόκκινα γαρύφαλλα στα χέρια και ψηλά τα ονόματα των εκτελεσμένων, οι Οργανώσεις Αιτωλοακαρνανίας του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, καθώς και το παράρτημα της ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ Αγρινίου – Αμφιλοχίας, τίμησαν με κατάθεση στεφάνων και λουλουδιών το πρωί της Παρασκευής, τους 120 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν ξημερώνοντας τη Μεγάλη Παρασκευής της 14ης Απρίλη 1944 από τους Γερμανούς – ναζί κατακτητές και τους συνεργάτες τους στο Αγρίνιο.

Συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε στο μνημείο των 120 της πλατείας Ηρώων όπου κατατέθηκαν στεφάνια από τις Οργανώσεις του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, το παράρτημα της ΠΕΑΕΑ – ΔΣΕ και τον Δήμαρχο Χαϊδαρίου, Μιχάλη Σελέκο που έδωσε το “παρών”.

Ακολούθησε πορεία στους δρόμους της πόλης μέχρι την κεντρική πλατεία της πόλης, στο μνημείο των δύο απαγχονισμένων ΕΠΟΝιτών Πάνου Σούλου και Χρήστου Σαλάκου, καθώς και του Αβραάμ Αναστασιάδη.

Και στα δύο σημεία, μικρές αναφορές στα γεγονότα έγιναν από το παράρτημα της ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ. Το ραντεβού όλων, με αφορμή και τα 82 χρόνια από την εκτέλεση, ανανεώθηκε για την Τετάρτη 15 Απρίλη, όπου στην πλατεία Ηρώων στις 7 μ.μ., θα πραγματοποιηθεί συγκέντρωση από τις Οργανώσεις Αιτωλοακαρνανίας του ΚΚΕ και της ΚΝΕ. Θα μιλήσει ο Αλέξανδρος Παγώνης, μέλος της ΚΕΟΕ της ΚΕ του ΚΚΕ και του ΓΠ Δυτικής Ελλάδας.

Το ιστορικό της σφαγής των 120

Πρόκειται για μια σημαντική, ηρωική, στιγμή για την πόλη του Αγρινίου για μια θυσία που σημειώθηκε στις 14 Απρίλη 1944 ξημερώνοντας Μεγάλη Παρασκευή.

Πρωτοπόροι καπνεργάτες, τσαγκάρηδες και άλλοι εργάτες στήθηκαν απέναντι στα πολυβόλα των ναζί Γερμανών κατακτητών. Νωρίτερα, τρεις από αυτούς τους κρέμασαν στην κεντρική πλατεία της πόλης. Πρόκειται για δύο ΕΠΟΝίτες τον Πάνο Σούλο και τον Χρήστο Σαλάκο, καθώς και τον Αβραάμ Αναστασιάδη συνταξιούχο τραπεζικό υπάλληλο.Ανάμεσα στους 120 ήταν και μια γυναίκα η Κατίνα Χατζάρα, πρωτεργάτρια της Εθνικής Αλληλεγγύης στη πόλη και της γύρω περιοχής.Όπως αναφέρεται και σε ένα μικρό ιστορικό της σφαγής που δημοσιεύεται στο “Έπεσαν για τη ζωή” (τόμος 4α, σελ. 142, Σύγχρονη Εποχή), τα γεγονότα έχουν ως εξής:«Οι Γερμανοί φρόντιζαν να εφοδιάζουν τη στρατιά του Ρόμελ στη Β. Αφρική όχι μόνο μέσω της κεντρικής σιδηροδρομικής αρτηρίας Θεσσαλονίκης-Πειραιά αλλά και άλλες βοηθητικές μαζί και τη σιδηροδρομική γραμμή Δυτική Στερεάς. Μετέφεραν στρατό, πολεμοφόδια, καύσιμα από την κεντρική Ευρώπη-Ήπειρο-Πάτρα-Καλαμάτα. Οι συγκοινωνιακοί αυτοί κόμβοι αποτελούσαν πρωταρχικούς στόχους και για τον ΕΛΑΣ, που δρούσε κάτω από τις διαταγές του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής. Το Αρχηγείο του ΕΛΑΣ Μεσολογγίου ανατίναξε την αμαξοστοιχία κοντά στο χωριό Αγγελόκαστρο, στις 9 Απρίλη 1944, εξουδετέρωσε τη γερμανική συνοδεία του τρένου και αφού πήρε τα όπλα και ό,τι άλλο μεταφέρονταν έβαλε φωτιά και την έκαψε.

Σ’ αντίποινα οι Γερμανοί Ναζί-κατακτητές, μαζί με τους ταγματασφαλίτες του προδότη Ταγματάρχη Γ. Τολιόπουλου, που είχαν την έδρα τους στο Αγρίνιο έκαναν συλλήψεις και γέμισαν τις φυλακές της πόλης».

Από τη θυσία αυτή εμπνεύστηκε και ο Γιάννης Ρίτσος το 1981 και έγραψε το ποίημα «Αναστάσιμο Μνημόσυνο».

Αναστάσιμο Μνημόσυνο

Για τους πεσόντες στην κατοχή Αγρινιώτες

Και

Για όλους τους Ρωμιούς – θύματα του ναζισμού

Τόπος ιερός, εδώ που οι αντίχριστοι ξανασταύρωσαν το Χριστό και την Ελλάδα,

κ’ είταν Παρασκευή Μεγάλη, 14 του Απρίλη,

και κει που η γης ανάβρυζε κρινάκια, παπαρούνες χαμομήλια για το Πάσχα

σκάφτηκαν τάφοι και στους τάφους δε χωρούσαν οι λεβέντες,

και μες στα σπλάχνα δε χωρούσε τόσος πόνος.

 

Κι’ είταν το Αγρίνι ολάκερο ένας Επιτάφιος μ’ όλα του τα κεριά σβησμένα

Κι αντίς καμπάνες απ’ τον όρθρο ως το σπερνό, ντουφεκιές ακούγονταν,

κ’ οι κρεμασμένοι σάλευαν σαν καβαλάρηδες του ανέμου κ’ έφευγαν πάνω απ’ το χρόνο

και μες στο απόβροχο, τη νύχτα της Ανάστασης, τ’ άστρα που βγήκανε, λάμψη δεν είχαν

κ’ είτανε τ’ άστρα σα βρασμένο στάρι για τα κόλλυβα των σκοτωμένων,

στάρι πιτσιλισμένο μαύρη ζάχαρη, μαύρη σταφίδα, μαύρο ρόϊδι,

και στις αυλές, την άλλη μέρα, αντίς αρνιά να ψήνονται, τραγούδια  ν΄αντηχούνε,

κ’ ήλιοι τα πορτοκάλια, μες απ’ τα πλυμένα φύλλα, να φωτίζουν του χορού τις δίπλες,

μουγκός ο θρήνος και μουγκή η κατάρα πνίγονταν μες στης σκλαβιάς το μαύρο φόβο,

 

‘Αϊ, μανάδες Αγρινιώτισσες, τι μαύρο πουν’ το μαύρο χρώμα,

η μαύρη νύχτα και το μαύρο σας σταυροδετό τσεμπέρι,

το κυπαρίσσι της σιωπής στο μαύρο κορφοβούνι

ως και της λεμονίτσας  τ’ άσπρα λουλουδάκια μαύρισαν κ’ εκείνα

ως και το κόκκινο αίμα των παιδιών σας μαυρολογούσε πάνω στα λιθάρια.

 

‘Αϊ, μανάδες Αγρινιώτισσες, μαύρος καημός που βόσκησε τα φύλλα της καρδιάς σας,

όμως το γαίμα των παιδιώνε σας βγαίνει πάνω απ’ το μαύρο

κόκκινο της θυσίας, της αγρύπνιας κόκκινο,

κόκκινο της αυγής και της ελπίδας,

το κόκκινο της λευτεριάς, κόκκινο κατακόκκινο.

 

Βάφει τ’ αυγά της νέας Λαμπρής και του μπαξέ σας τα τριανταφυλλάκια,

βάφει και τα πουκαμισάκια τους τα τρυπημένα από τα βόλια

και τα πουκαμισάκια τους πλατειές σημαίες αγερολάμνουν

κ’ οι νιοι λεβέντες τα κρατούν και παν μπροστά στην ιστορία.

 

Και  νάτοι  ολόμπροστα, να ο Χρήστος, κι ο Αβραάμ, νάτος κι ο Πάνος,

Νάτος κι ο κάπταν Λίας, να κι ο Πάσχος, 19 χρονώ παλληκαράκι,

νάτοι οι 120 Αγρινιώτες μπρος στην μάντρα της Αγιά Τριάδας,

να κ’ οι 55 εκεί στο σταυροδρόμι που περνάει το τραίνο Αγρίνι-Μεσολόγγι, φορτωμένο μήλα,

να κ’ οι 200 της Πρωτομαγιάς στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής με τις αγριομολόχες,

να το προσφυγολόι της Κοκκινιάς με τα μεγάλα δαφνοκλάδια της Δημοκρατίας

να και το Δίστομο, το Κούρνοβο, και τα Καλάβρυτα με τα κομμένα σπίτια,

νάτος κι ο Γοργοπόταμος- με το γιοφύρι του σαν κόκκινο άλογο ορθωμένο,

να κ’ οι αγωνιστές του21

και οι άλλοι πριν, κ’ οι άλλοι μετά,

παιδιά μας, τα παιδιά μας με σημαίες μεγάλες.

 

Μπροστά, μπροστά, κατάμπροστα,

μέσα στο φως που πρόβαλε μεγάλο απ’ τις πληγές τους,

μπροστά, μπροστά, φωνάζοντας:

εκεί που η Λευτεριά ανατέλλει απ’ το αίμα μας, θάνατος δεν υπάρχει.

 

Λοιπόν μην κλαίτε μάνες Αγρινιώτισσες, θάνατος δεν υπάρχει

μόνο τα χέρια δώστε, αδέλφια μου, να βασιλέψει ειρήνη,

ν’ ανθίσει γέλιο στις ματιές, να λάμψει ο κόσμος όλος,

κι όλος ο κόσμος μια φωνή να τραγουδήσει: Ειρήνη, Ειρήνη, Ειρήνη.

 

Αθήνα, 4  V 80

Γιάννης Ρίτσος